Η διάγνωση των Ψυχικών Διαταραχών

ψηφιακή 3d απεικόνιση ανθρώπου σε ψυχική διαταραχή με ορατό το νευρικο και σκελετικό του σύστημα

Η διάγνωση των Ψυχικών Διαταραχών

#

διάγραμμα επίπεδων ψυχικών ασθενειών

Η διάγνωση παίζει σημαντικό ρόλο στην αντίληψη και αντιμετώπιση των ψυχικών παθήσεων και βασίζεται στα διαθέσιμα Εγχειρίδια, που λαμβάνοντας υπόψιν τις εμπειρικές μελέτες και τις στατιστικές τους αναλύσεις, συνοψίζουν τα παρατηρούμενα συμπτώματα, τα ομαδοποιούν και συμπερασματικά καταλήγουν σε μια διάγνωση. Τα σημερινά εγχειρίδια είναι το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-V) και η Διεθνής Στατιστική Ταξινόμηση Νοσημάτων και Συναφών Προβλημάτων Υγείας (ICD-10).

Κάποιες έρευνες δείχνουν, πως ανάλογα με το Εγχειρίδιο που χρησιμοποιείται, μπορεί κάποια άτομα να διαγιγνώσκονται ως έχοντες ή μη έχοντες κάποια Ψυχιατρική Διαταραχή, πράγμα που προφανώς προκαλεί κάποιους προβληματισμούς. Δυο κριτήρια είναι σημαντικά για την διάγνωση: η αξιοπιστία και η εγκυρότητα των Εγχειριδίων. Η αξιοπιστία σχετίζεται με το κατά πόσο οι Κλινικοί συμφωνούν για το ποιος έχει, ποια διάγνωση. Η εγκυρότητα εδώ, σχετίζεται με το κατά πόσο ένα διαγνωστικό σύστημα (Εγχειρίδιο), είναι χρήσιμο για τους σκοπούς που προορίζεται (στην προκειμένη, να βρει την αιτιολογία, να προγνώσει την πορεία και τα αποτελέσματα μιας νόσου/Διαταραχής, καθώς και την ανταπόκριση κάποιου στη θεραπεία). Οι διαγνώσεις μπορούν να είναι αξιόπιστες χωρίς να είναι έγκυρες, αλλά όχι έγκυρες χωρίς να είναι αξιόπιστες. Η μέτρηση των δυο αυτών κριτηρίων γίνεται μέσω του στατιστικού Κ που κυμαίνεται μεταξύ 0 και 1. Τα Κ στατιστικά βγαίνουν μεταξύ του ποσοστού συμφωνίας των παρατηρήσεων μεταξύ κλινικών και το επίπεδο τυχαίας συμφωνίας μεταξύ τους (K= (Po-Pc)/(1-Pc)). Αυτό που ονομάστηκε ‘’ικανοποιητικό’’ επίπεδο τη δεκαετία του 70’ ήταν το 0.70. Αργότερα όμως αναθεωρώντας κάποιες διαγνώσεις που μπήκαν, συγκεκριμένα στο DSM-III, φάνηκε πως το 0.70 των στατιστικών που χρησιμοποιήθηκαν, αφορούσε ιδανικές συνθήκες (με πολύ καλά εκπαιδευμένους αξιολογητές που χρησιμοποιούσαν τυποποιημένες συνεντεύξεις). Όταν όμως πραγματοποιήθηκαν αξιολογήσεις σε δοκιμές πεδίου (field trials), οι K τιμές δεν ξεπερνούσαν το 0.70. Σήμερα το νέο εγχειρίδιο DSM-V, βασίζεται σε ομόφωνη υπόθεση πως οποιαδήποτε τιμή κάποιας διάγνωσης άνω του 0.40 είναι αποδεκτή. Αυτό, προφανώς οδηγεί στο να παίρνει ευκολότερα το άτομο κάποια διάγνωση Ψυχιατρικής Διαταραχής, ενώ παλαιότερα θα (ξ)έφευγε αδιάγνωστο. Επιπλέον, υπάρχει ακόμη ένα πρόβλημα, αυτό της συννοσηρότητας, δηλαδή η περίπτωση να έχει κάποιος και άλλη(ες) διαταραχή(ες) (π.χ. Κατάθλιψη και Διαταραχή Πανικού με Αγοραφοβία). Αν οι Ψυχιατρικές διαγνώσεις ήταν διακριτές Διαταραχές, πολύ λίγα άτομα θα είχαν παραπάνω από μια Διαταραχή. Φυσικά αυτό έσπευσαν να το απαντήσουν κάποιοι ερευνητές, λέγοντας πως αυτός που έχει μια Διαταραχή είναι επιρρεπής σε μια ακόμη (πράγμα που αναιρεί το ενδεχόμενο διακριτής Διαταραχής από την αρχή). Έτσι μέσα από μεταγενέστερες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν (σε παιδιά που είχαν συννοσηρότητα στην προκειμένη), δημιουργήθηκε η ιδέα του ‘’φάσματος’’ χωρίζοντας τις διαγνώσεις σε εσωτερικευμένες (internalizing) και εξωτερικευμένες (externalizing). Οι εσωτερικευμένες αφορούσαν κυρίως Διαταραχές που είχαν συναισθηματική εκδήλωση (π.χ. Κατάθλιψη) και οι εξωτερικευμένες αφορούσαν κυρίως συμπεριφορικές εκδηλώσεις (π.χ. Διαταραχή Διαγωγής).

Παρόλα αυτά και εδώ το πρόβλημα ήταν, πως δεν ήταν πάντα ξεκάθαρο ποια διάγνωση προηγούνταν ποιας στο φάσμα (π.χ. κάποιες φορές προηγούνταν σε άτομα η Κατάθλιψη και κάποιες άλλες μια Αγχώδη Διαταραχή), πράγμα που δεν έδινε μια ξεκάθαρη εικόνα σχετικά με το που ξεκινάει το φάσμα, πως συνεχίζει και που καταλήγει. Τέλος, ενώ περιλάμβανε όλες τις Διαταραχές η έννοια του φάσματος, άφηνε έξω τη Σχιζοφρένεια που έμοιαζε να είναι το ‘’τρίτο φάσμα’’. Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η φαρμακοθεραπεία. Διαφορετικά φάρμακα θα έπρεπε να ανταποκρίνονται σε διαφορετικές Διαταραχές, πράγμα που δεν συμβαίνει. Αυτό έδωσε τη σκυτάλη σε έρευνες πάνω στη γενετική. Σε μια από τις μεγαλύτερες έρευνες (με 2 εκατομμύρια οικογένειες) που έγινε με διδύμους, φάνηκε πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κάποιος να ‘’κληρονομήσει’’ τη Σχιζοφρένεια, όταν οι φυσικοί γονείς του είχαν Σχιζοφρένεια, αλλά και τη Διπολική Διαταραχή. Επίσης, όταν οι γονείς είχαν Διπολική Διαταραχή, τα παιδιά μπορεί να είχαν, πέρα από Διπολική Διαταραχή, και Σχιζοφρένεια. Αυτό δείχνει πως υπάρχει πιθανότατα έναν φάσμα με γενετικό υπόβαθρο. Τα ερευνητικά δεδομένα όμως σε επίπεδο γονιδίων εντοπίζουν χιλιάδες γονίδια με μικρή επιβάρυνση στη γενικότερη Διαταραχή. Πέρα από αυτό, δημιουργείται προβληματισμός για το πώς αυτά τα ευρήματα, θα μπορούσαν να δώσουν εξηγήσεις για τους περιβαλλοντικούς παράγοντες, που δείχνουν πως είναι ισχυροί παράγοντες κινδύνου στις ψυχικές παθήσεις.

Τέλος, έρευνες δείχνουν πως κάποια συμπτώματα μπορεί να προκαλούν άλλα συμπτώματα. Για παράδειγμα, κάποιο άτομο με παρανοϊκό ιδεασμό μπορεί να καταλήξει να έχει παραισθήσεις (και το αντίστροφο). Οπότε μια εναλλακτική προσέγγιση θα ήταν, αντί για την θεραπεία σύμφωνα με τη διάγνωση, να επικεντρωθούμε στην θεραπεία σύμφωνα με τα συμπτώματα που κάποιος έχει. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η συννοσηρότητα μεταξύ συμπτωμάτων και κατ’ επέκταση συνδρόμων (δηλαδή το σύνολο συμπτωμάτων που ορίζουν μια Διαταραχή) και να οργανωθεί η παρέμβαση ανάλογα με τη σοβαρότητα (ή φάσμα) του διαταραγμένου συμπτώματος. Με την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων μπορεί να βαθαίνει η θεραπεία και να βρεθεί το πιο πυρηνικό (σύμπτωμα) που συντηρεί ή προκαλεί τα υπόλοιπα. Δηλαδή, αν για παράδειγμα έχουμε 2 άτομα με Διαταραχή Πανικού και ο ένας παρουσιάζει περισσότερο συμπτώματα ζάλης, χωρίς να έχει δύσπνοια και ο άλλος έχει δύσπνοια χωρίς συμπτώματα ζάλης, η επικέντρωση θα είναι ανάλογη στον καθένα.

Τα προαναφερθέντα είναι πολύ κοντά στις εξατομικευμένες θεραπευτικές υποθέσεις που κάνουν οι Ψυχολόγοι, που είναι συχνά πέρα από τα διαγνωστικά κριτήρια (transdiagnostic). Σύμφωνα με αυτές τις αξιολογήσεις, σημαντικό είναι να αξιολογηθεί το πως οργανώνεται η μνήμη, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η συμπεριφορά και πως το οικογενειακό σύστημα μέσα από τους αλληλεπιδραστικούς του κύκλους, εμφανίζει την εκάστοτε συμπτωματολογία σε ένα ή περισσότερα μέλη του. Αυτό που μπορεί να βοηθήσει είναι οι θεραπευτικές προσεγγίσεις να εμβαθύνουν πιο στοχευμένα στην συμπτωματολογία, παρά στην γενικότερη Διαταραχή. Επίσης, η γέφυρα μεταξύ αξιολόγησης και θεραπείας, μπορεί να είναι η εξατομικευμένη διατύπωση υπόθεσης. Η εξατομικευμένη διατύπωση υπόθεσης γίνεται σύμφωνα με το προσωπικό ιστορικό του Θεραπευόμενου ατόμου και δίνει πλούσια αιτιολογικά στοιχεία για την οργάνωση του προβλήματος του ατόμου. Επιπλέον, σε ένα βαθύτερο επίπεδο θα ψάξει ο θεραπευτής μαζί με τον Θεραπευόμενο να ερμηνεύσει πως οργανώθηκε η συμπτωματολογία του, από τι επηρεάζεται η ένταση, η διάρκεια και η συχνότητα των συμπτωμάτων, σε ποιον στρέφονται, τι συμβολίζουν, πως διατηρούνται και φυσικά πως αντιμετωπίζονται (πράγματα στα οποία τα διαγνωστικά Εγχειρίδια δεν επικεντρώνονται και τόσο). Η εξατομικευμένη διατύπωση υπόθεσης βοηθά επίσης, στην διερεύνηση του προβλήματος, την προδιάθεση του ατόμου να το αναπτύξει, τους παράγοντες που επίσπευσαν την εμφάνισή του προβλήματος και συμβάλλουν στη διαιώνισή του, καθώς και στην διερεύνηση των προστατευτικών και επιβαρυντικών παραγόντων. Στην συνέχεια αυτά μπορούν να συνδυαστούν και με την αξιολόγηση της λειτουργικότητάς του στο παρόν (που να συμπεριλαμβάνει και τις διαγνωστικές κατηγορίες – Διαταραχές των Εγχειριδίων).

Παρόλο που υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί στα σημερινά Διαγνωστικά Εγχειρίδια, προσφέρουν μεγάλη βοήθεια, γιατί παρουσιάζουν χρήσιμα ερευνητικά δεδομένα, για τον Κλινικό και καθοδηγούν τη σκέψη και την πρακτική του. Επιπλέον, προσφέρουν έναν επιστημονικό τρόπο επικοινωνίας μεταξύ Κλινικών που προσδιορίζει την υποβόσκουσα συμπτωματολογία, όταν γίνεται αναφορά σε μια Διαταραχή, και κατ’ επέκταση την σοβαρότητα και συχνότητα/διάρκειά της. Διαγνωστικά μπορεί να ωφεληθεί ο Κλινικός (και κατ’επέκταση το Θεραπευόμενο άτομο), εάν έχει υπόψιν του τα οφέλη και τους περιορισμούς των Διαγνωστικών Εγχειριδίων. Έχοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω στοιχεία, ο Κλινικός μπορεί με συστηματικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο να οργανώσει μια θεραπευτική παρέμβαση.


Βιβλιογραφία


Bentall, R. P. (2004). Madness explained. London: Penguin.
Charitopoulos D. F., & Corcoran, R. (2015). Social Cognition and Personality. Saarbrücken, Germany: Scholar’s Press.
Johnstone L. (2017). Psychological Formulation as an Alternative to Psychiatric Diagnosis. Journal of Humanistic Psychology 58(1), 30-46.
Kotov, R., Krueger, R. F., Watson, D., Achenbach, T. M., Althoff, R. R., Bagby, R. M. Brown, T. A., Carpenter, W. T., Caspi, A., Clark, L. A., Eaton, N. R., Forbes, M. K., Forbush, K. T., Goldberg, D., Hasin, D., Hyman, S. E., Ivanova, M. Y., Lynam D. R., Markon, K., Miller, J. D., Moffitt, T. E., Morey, L. C., Mullins-Sweatt, S. N., Ormel, J., Patrick, C. J., Regier, D. A., Rescorla, L., Ruggero, C. J., Samuel, D. B., Sellbom, M., Simms, L. J., Skodol, A. E., Slade, T., South, S. C., Tackett, J. L., Waldman, I. D., Waszczuk, M. A., Widiger, T. A., Wright, A. G. C., Zimmerman, M. (2017). The Hierarchical Taxonomy of Psychopathology (HiTOP): A dimensional alternative to traditional nosologies. Journal of Abnormal Psychology, 126(4), 454-477.
Moncrieff, J. (2008). The myth of the chemical cure. Basingstoke: Palgrave MacMillan.
Persons, J. B. (1989). Cognitive therapy in practice: A case formulation approach. New York: Norton.
Van Bilsen, H. & Thomson, B. (2018). Η Γνωστική Συμπεριφορική Προσέγγιση στις Διαταραχές Προσωπικότητας, Ε. Παπαδάκης (Μετάφ.) – Ε. Χάιντς (Επιμ.). Θεσσαλονίνη: University Studio Press.
Μάνος, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.

Comments are closed.

error: Content is protected !!